Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Χειροποίητη τσάντα πλάτης & κασετίνα "Η πεταλούδα του χειμώνα"



Σαν την πεταλούδα φτερουγίζεις,
γύρω γύρω στη φωτιά γυρίζεις,
πρόσεξε μην κάψεις τα φτερά σου
και θα κλαις κι εσύ τη συμφορά σου.

Άρχισε χειμώνας να μυρίζει
κι ο βοριάς, σε λίγο, θα σφυρίζει,
που θα βρεις κλωνάρια ανθισμένα,
με τα δυο σου τα φτερά καμένα;

Τότε παγωμένη ανεμώνα,
θα σε ξαναδώσει στο χειμώνα,
κι έτσι θα χαθείς μέσα στη μπόρα,
δεν μ `ακούς που σου το λέω τώρα! 
 (Γ.Μητσάκης)
 
 




 

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Pillows "Owls"

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσαν στο βάλτο ένα λελέκι και μια κουκουβάγια κι είχαν χτίσει την καλύβα τους ο ένας στη μια κι ο άλλος στην άλλη όχθη. Όπου το λελέκι στεναχωριόταν καταμόναχο και σκέφτηκε να παντρευτεί.
- Δεν είναι τούτη ζήση
 Δεν την μπορώ.
Θα πάω, την κουκουβάγια να παντρευτώ!
Έτσι είπε το λελέκι και - ταπ, ταπ - δρόμο και δρόμο κάνει ζυμώνοντας τα βαλτονέρια με τα ποδάρια του.
Σαν κοντοζυγώνει λέει:
- Μέσα είσαι κουκουβάγια μου;  - Μέσα είμαι. - Δεν έρχεσαι να παντρευτούμε; - Τι έκανε, λέει; Δε σφάξανε. Ποπό!
  Το λέλεκα να πάρω εγώ;
  Τα ποδάρια σου μακριά,
  και κοντά σου τα φτερά,
  ασουλούπωτα πετάς
  και δεν έχεις τι να φας.
  Γω είμαι καλομαθημένη,
  άντε, τράβα, μακρολαίμη.

Γυρίζει το λελέκι στην καλύβα του ψόφιο απ' την πείνα του. Κι η κουκουβάγια κάθεται και σκέφτεται:
- Πώς να ζήσω η δόλια η έρμη - Λελέκι, δε με παίρνεις γυναίκα σου; - Τι 'πες κουκουβάγια μου; Δε σφάξανε.
  Αν ήτανε να παντρευτώ
 θα 'παιρνα εσένα εγώ;
 Άντε, παράτα με.

Η κουκουβάγια γυρίζει στην καλύβα της και σ' όλο το δρόμο έκλαιγε απ' την ντροπή της. Σαν έφυγε η κουκουβάγια το λελέκι το καλοσκέφτηκε το πράμα:
- Ναι, δεν ήτανε καλό
  όχι στη κυρά να πω.
  Σκάει κανένας στην ερμιά του
  μόνος πάνω μόνος κάτου.

Πάει, τη βρίσκει και της λέει:
- Ήρθα να σε βρω, 
  να σε παντρευτώ.
  Στην καλύβα μου έλα, πάμε!
  και να δεις πώς θα περνάμε!
 
- Τι 'πες λέλεκά μου, εγώ
   σένανε να παντρευτώ;

Το λελέκι τραβάει για την καλύβα του κι η κουκουβάγια συλλογιέται, συλλογιέται:
- Γιατί τ' όχι να του πω;
  Πώς να ζήσω μοναχή μου;
  Κάλλιο να τον παντρευτώ
  να ξεδώσει κι η ψυχή μου.

Πάει, τον βρίσκει, του το λέει, μα δεν θέλει το λελέκι.
Κι έτσι πάει το παραμύθι μας κορδέλα, σύρε κι έλα, σύρε κι έλα. Κι ούτε που παντρευτήκανε κι ούτε ξεκουραστήκανε.
 
Αλέξη Τολστόι






 

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Backpacks & pencil cases "Squares"

Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι
        τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον
        ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο
        πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό
        φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες
        κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες
        κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά
        δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.
 
Αντρέ Μπρετόν (μτφρ.Α.Εμπειρίκος)