Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Xl Beach bag & purse "Ethnic"

Το φεγγάρι και ο χρόνος/ταξιδεύουν
ταξιδεύουν και φεύγουν:
το ίδιο κι η μέρα
το ίδιο και ο άνεμος.
Έτσι και η σάρκα φεύγει
στον τόπο της γαλήνης της.
(Maya)
 


 



Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Backpacks "Romantic travellers"

 
Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση
Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

(Τ.Λειβαδίτης, Περιμένοντας το βράδυ)




 




Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Backpacks "Indians"

"Μόνο όταν το τελευταίο δέντρο πεθάνει και το τελευταίο ποτάμι δηλητηριαστεί και το τελευταίο ψάρι πιαστεί, θα καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να φάμε χρήματα."
 Cree Indian Proverb
 



 
 

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Handmade backpacks & purses "Blue or Turquoise?"

.............
Ένιωσε στο στήθος τη θάλασσα
Τυρκουάζ την ώρα της αυγής
Χρυσαφιά το δειλινό
Νύχτες αγρύπνιας
........... 

(Χanath Caraza , Αντίκρυ στη θάλασσα)










Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Handmade sack & purse "Burlap & floral"

Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων – έλεγε, –
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο
παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –
δε σου ζητούν αποδείξεις,
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
 τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.
Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –
Άγνωστη γνώση
                    γνώση του σώματος,
                                               άγνωστο σώμα.

Γ. Ρίτσος (Υπέροχες νύχτες του Ιουλίου)